Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Διαζύγιο και εφηβεία

Διαζύγιο και παιδιά στην εφηβεία. Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τις αντιδράσεις των εφήβων;


Γράφει στο https://efiveia  η Ψυχολόγος Μαρία Σκαρλάτου
Το διαζύγιο είναι μια δύσκολη φάση της οικογένειας και χρειάζεται χρόνος για να προσαρμοστούν όλα τα μέλη στα καινούργια δεδομένα. Οι έφηβοι αν και γνωστικά μπορούν να κατανοήσουν τις αιτίες που οδήγησαν στο διαζύγιο των γονιών τους, το διαζύγιο καθαυτό είναι τραυματικό γεγονός γιατί συμβαίνει σε μια περίοδο μεγάλων βιολογικών και ψυχολογικών αλλαγών. Έχουν ανάγκη τη σταθερότητα για να προχωρήσουν στην ενηλικίωση ομαλά και στη φάση του διαζυγίου αισθάνονται ότι χάνουν μια σημαντική σταθερά τους.
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τις αντιδράσεις των εφήβων στο διαζύγιο των γονιών τους;
1.Ηλικία του εφήβου. Από τη στιγμή που η εφηβεία εκτείνεται μεταξύ 12 και 18 ετών υπάρχουν διαφορές ως προς τον τρόπο αντίδρασης στο χωρισμό των γονιών ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο που διανύουν και την ωριμότητα τους. Οι αντιδράσεις ποικίλουν μπορεί να εμφανίσουν μείωση σχολικής επίδοσης, απομόνωση, δυσκολίες συγκέντρωσης, ανασφάλεια, ψυχοσωματικές ενοχλήσεις, επιθετικότητα, ανησυχία, δυσκολία στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, προβλήματα ως προς την απόκτηση αυτονομίας και στη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους. Υπάρχουν πιθανότητες εμφάνισης παραβατικών  συμπεριφορών, πρόωρη σεξουαλική δραστηριότητα, ανησυχία για το μέλλον, για την οικονομική κατάσταση. Υπάρχουν και έφηβοι που κάνουν άλμα ανάπτυξης ως απάντηση στο διαζύγιο. Οι έφηβοι που υιοθετούν προστατευτικό γονεικό ρόλο προς τον ένα γονιό παρουσιάζουν δυσκολία στην απόκτηση αυτονομίας.
2.Χαρακτηριστικά προσωπικότητας εφήβου
Όταν ο έφηβος διαθέτει κοινωνική ωριμότητα, υπευθυνότητα, εύκολη ιδιοσυγκρασία, είναι συνεργάσιμος με ελάχιστα προβλήματα συμπεριφοράς είναι πιθανό να αντιδράσει στο διαζύγιο των γονιών του με θετικό τρόπο και να προσαρμοστεί γρήγορα στις αλλαγές που προέρχονται από αυτό. Είναι πολύ βοηθητικό ως προς αυτό η στήριξη που δέχεται από τους γονείς και από τα άτομα του περιβάλλοντός του. Έφηβοι με δύσκολη ιδιοσυγκρασία και προβλήματα συμπεριφοράς έχουν μεγαλύτερη δυσκολία. Στις περιπτώσεις που αναλαμβάνουν  γονεικό- προστατευτικό ρόλο προς τον ένα γονιό, τότε δύσκολα καταφέρνουν να κατακτήσουν ψυχολογική και συναισθηματική αυτονομία. Οι έφηβοι που καταφέρνουν να αποστασιοποιηθούν από τις γονεικές συγκρούσεις και διατηρούν τα ενδιαφέροντα, τις δραστηριότητες τους καταφέρνουν να πετύχουν καλύτερη ψυχοκοινωνική προσαρμογή.
3.Το φύλο του εφήβου
Σχετικά με το φύλο του εφήβου, τα μικρότερα αγόρια εξωτερικεύουν περισσότερο το θυμό και τη λύπη που αισθάνονται με το να γίνονται επιθετικά απέναντι σε γονείς, αδέρφια, σχολικό περιβάλλον. Τα κορίτσια αντιδρούν συχνότερα με απόσυρση και κλείσιμο στον εαυτό. Σε μεγαλύτερες ηλικίες τα κορίτσια εκφράζουν θυμό πιο ανοιχτά, ενώ τα αγόρια αντιδρούν με θλίψη.
4.Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις του χωρισμού των γονέων
Ο βαθμός μεταβολής της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας μετά το διαζύγιο επηρεάζει την αντίδραση των εφήβων. Συνήθως το εισόδημα της οικογένειας μεταβάλλεται προς το χειρότερο, γεγονός που προκαλεί άγχος. Οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές σχετίζονται με την ποιότητα εκπαίδευσης των εφήβων και τη συμμετοχή τους σε εξωσχολικές δραστηριότητες. Λόγω των οικονομικών αλλαγών μεταβάλλεται το βιοτικό επίπεδο. Κάτι τέτοιο για τον έφηβο μπορεί να σημαίνει πολλούς περιορισμούς στις όποιες επιλογές.
5.Ο βαθμός έντασης των συγκρούσεων μεταξύ των γονέων
Το διαζύγιο σαν διαδικασία τουλάχιστον στην αρχή του και μέχρι να διευθετηθούν βασικές παράμετροι είναι μια περίοδο εξ ορισμού ανησυχίας και έντασης. Μπορεί να υπάρχει από έλλειψη επικοινωνίας έως ανοιχτή βία και κακοποίηση λεκτική, ψυχολογική ή φυσική. Σε τέτοιες περιπτώσεις πολύ πριν φτάσει η οικογένεια στο διαζύγιο, τα παιδιά δεν μεγαλώνουν ως υγιής προσωπικότητες, αφού οι γονείς δεν μπορούν να καλύψουν τις συναισθηματικές ανάγκες των εφήβων. Όταν μετά το διαζύγιο υπάρχει τάση των γονιών για εφηβική συμπεριφορά, στερούν από τον έφηβο την συνεπή και σταθερή γονεική στάση που έχει ανάγκη.
6.Η προσαρμογή των γονέων στην καινούργια κατάσταση
Η προσαρμογή στο διαζύγιο είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, μπορεί να έχει διάρκεια ενός, δύο ή παραπάνω ετών. Όσο μεγαλύτερη η διάρκεια τόσο περισσότερο επηρεάζεται η ικανότητα των γονέων να φροντίσουν τους εφήβους τους, να ελέγχουν και να επικοινωνούν μαζί τους. Σημαντικό ρόλο παίζει η εικόνα που δίνει ο γονέας που μένει με το παιδί στον απόντα γονέα και το αντίστροφο. Οι έφηβοι που είναι στο κέντρο των συγκρούσεων των γονιών τους και εισπράττουν, την υποτίμηση του ενός για τον άλλο, την εχθρότητα, τη δυσαρέσκεια και γίνονται μάρτυρες εχθρότητας μεταξύ των αγαπημένων τους προσώπων, στιγματίζονται, υποφέρουν, απογοητεύονται. Αν οι γονείς χειριστούν συνολικά το διαζύγιο ώριμα, οι έφηβοι εισπράττουν την συναισθηματική ασφάλεια που έχουν ανάγκη και προσαρμόζονται καλά στην καινούργια συνθήκη.
7.Το φύλο του γονέα που ζει με τον έφηβο
Η απουσία μητέρας σχετίζεται με νευρωτικές συμπεριφορές στις γυναίκες, καθώς και με συναισθηματική ρηχότητα σε παιδιά και των δύο φύλων. Η απουσία πατέρα σχετίζεται με διαταραχές στην ταύτιση φύλου για τα αγόρια και προβλήματα με πρόσωπα εξουσίας. Στα κορίτσια η έλλειψη πατέρα μπορεί να οδηγήσει σε έντονη και πρώιμη σεξουαλική δραστηριότητα.  Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά προσαρμόζονται καλύτερα στη μονογονεϊκή οικογένεια με γονέα του ίδιου φύλου. Ο γονέας που δεν μένει με το παιδί μπορεί να λειτουργεί πολύ καλά σαν πρότυπο ταύτισης αρκεί να υπάρχει καλή σχέση με τον έφηβο. Ο γονιός που φεύγει από το σπίτι αλλά δεν είναι απών από τη ζωή και την καθημερινότητα του εφήβου, κρατώντας ανοιχτή επικοινωνία μαζί του, προσφέρει στον έφηβο αυτό που πραγματικά χρειάζεται για να εξελιχθεί ομαλά τη δύσκολη περίοδο της εφηβείας.
8.Ποιότητα των σχέσεων του εφήβου με τους γονείς, πριν το διαζύγιο.
Είναι πολύ σημαντικό για τον έφηβο ο γονιός που φεύγει από το σπίτι μετά το διαζύγιο να κρατά επαφή, επικοινωνία μαζί του και να είναι συνεπής με αυτήν. Στην πραγματικότητα όμως συχνά ο γονέας που φεύγει δυσκολεύεται να κρατήσει αυτή την επικοινωνία, μπορεί να νιώθει ένοχος και να φοβάται να αντιμετωπίσει το θυμό τους ή φοβάται την απόρριψη. Οι έφηβοι από την άλλη μπορεί να εκλάβουν την ασυνεπή επικοινωνία ως απόρριψη, ως έλλειψη αγάπης από τη στιγμή που πριν το διαζύγιο υπήρχε επικοινωνία και ψυχική σύνδεση. Άλλες φορές η επικοινωνία μεταξύ τους παρεμποδίζεται από τον γονέα που μένει με τον έφηβο και που θέλει να τιμωρήσει ή να εκδικηθεί τον/την πρώην σύντροφο.
Ακόμα, το διαζύγιο των γονιών μπορεί να δημιουργήσει φόβο εγκατάλειψης. Οι συμπεριφορές που εκδηλώνουν αυτό το άγχος ποικίλουν. Άλλοι έφηβοι αντιδρούν με το να συμπεριφέρονται πολύ καλά για να μη δυσαρεστήσουν τους γονείς, καταπιέζοντας έτσι τα δικά τους συναισθήματα και τις ανάγκες τους μπροστά στο φόβο εγκατάλειψης. Άλλοι, υιοθετούν ΄κακές’ συμπεριφορές.
Όποιες κι αν είναι οι αντιδράσεις των εφήβων, αν οι γονείς μπορέσουν να βάλουν πάνω από τη δική τους σχέση, πάνω από τις όποιες διαφωνίες και συγκρούσεις το γονεϊκό  τους ρόλο, η κρίση που συνεπάγεται ένα διαζύγιο αντιμετωπίζεται ομαλά και βρίσκονται καινούργιες ισορροπίες που επιτρέπουν στον έφηβο μια ομαλή πορεία προς την ενηλικίωση.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Μοναχικότητα στην εφηβεία

Η μοναχικότητα που παρουσιάζουν οι έφηβοι.

 Είναι απλά σύμπτωμα της εφηβείας ή πραγματικά νιώθουν μόνοι; Πότε πρέπει να ανησυχήσουν οι γονείς;

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος Μαρία Σκαρλάτου

Η εφηβεία συνοδεύεται από μοναχικότητα. Μέσα από αυτήν ο έφηβος αρχίζει να σκέφτεται σαν μονάδα και αμφισβητεί τις σημαντικές σχέσεις της ζωή του, με γονείς, με οικογένεια, με φίλους, με δραστηριότητες που τον γέμιζαν και τώρα δεν τον εκφράζουν… Οι σκέψεις αυτές τον αγχώνουν και αποσύρεται στον εαυτό του για να επανεξετάσει σχέσεις με σημαντικά πρόσωπα, δραστηριότητες, καταστάσεις. Έχει ανάγκη αυτή τη μοναχικότητα για να βάλει σε τάξη τον εαυτό του, τα συναισθήματά του, να αξιολογήσει ποιους ανθρώπους μπορεί να εμπιστευτεί, να κάνει σχέδια για το μέλλον του. Με αυτή τη διαδικασία σταδιακά ορίζει τον εαυτό του, μέσα από την αποστασιοποίηση και απομάκρυνση από τα δεδομένα της παιδικής ηλικίας.
Θα ήταν χρήσιμο να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην μοναξιά και στη μοναχικότητα. Όταν ο έφηβος επιλέγει να περάσει χρόνο μόνος του και να ηρεμήσει μακριά από τους άλλους δεν μιλάμε για μοναξιά αλλά για μοναχικότητα η οποία αποτελεί συνειδητή επιλογή.Η μοναξιά αντίθετα δεν είναι επιλογή. Μοναξιά μπορεί να υπάρχει ακόμη κι αν κάποιος, έχει ανθρώπους γύρω του αλλά αισθάνεται ότι δεν τον καλύπτουν.
Ατομικές διαφορές στους εφήβους υπάρχουν. Κάθε έφηβος είναι μοναδικός και διαφορετικός. Τα εσωστρεφή παιδιά για παράδειγμα έχουν από μικρή ηλικία την τάση να είναι πιο μοναχικά. Αυτό είναι αναμενόμενο, όχι όμως και η πλήρης απομόνωση τους από το περιβάλλον. Άλλο μοναχικότητα άλλο απομόνωση και αποκλεισμός.

Πότε η μοναχικότητα ενός εφήβου μας ανησυχεί:

  • Οι έφηβοι περνούν περιόδους όπου, είναι πιο κλειστοί, υποτονικοί, μελαγχολικοί, βαριούνται, δεν θέλουν να συμμετέχουν σε οικογενειακές εξόδους… όμως άλλο μικρή φάση άλλο μεγάλη διάρκεια των παραπάνω συμπεριφορών.
  • Όταν δεν χαμογελάει ποτέ, όταν δεν είναι χαρούμενος. Φυσιολογικά η συμπεριφορά των εφήβων μεταβάλλεται εύκολα. Από τη χαρά και τον ενθουσιασμό, μπορεί να περνά στη λύπη, μπορεί να υπάρχει εκνευρισμός, ένταση, θυμός. Άλλο η ευμετάβλητη διάθεση, άλλο η απουσία χαράς και θετικών συναισθημάτων.
  • Όταν δεν ταυτίζεται με τη συνειδητή επιλογή να μείνει μόνος αλλά αποτελεί μονόδρομο, λόγω απόρριψης από τους συνομηλίκους του. Εδώ θα χρειαστεί άμεση παρέμβαση για να διαχειριστεί ο έφηβος τα συναισθήματά του ώστε η μικρή περίοδος απόρριψης να μην σκιάσει όλη την φάση της εφηβείας. Ο ρόλος της ομάδας των συνομήλικων διαδραματίζει βασικό ρόλο στην ψυχική υγεία του εφήβου.
  • Όταν απομακρύνεται από τους μέχρι πριν φίλους από δική του επιλογή και κλείνεται υπερβολικά στον εαυτό του ψάχνοντας επικοινωνία μέσα από το διαδίκτυο.
  • Κοινωνική απομόνωση και απόσυρση. Όταν ο έφηβος δεν δείχνει επιθυμία ή ανάγκη για κοινωνική αλληλεπίδραση.Όταν διακρίνουμε κούραση, πικρία, απόγνωση. Εδώ χρειάζεται η βοήθεια ειδικού για να στηριχτεί ο έφηβος αλλά και να δοθούν κατευθύνσεις στην οικογένεια.
Οι γονείς είναι καλό να παρατηρούν τις αντιδράσεις των εφήβων, έχοντας μάτια και αυτιά ανοιχτά ώστε να εντοπίζουν σημάδια και συμπεριφορές που δείχνουν ότι μια κατάσταση περνάει τα φυσιολογικά όρια και χρειάζεται παρέμβαση.